Ποίηση
ανάμνηση από φίλντισι
περίπατος τα ξημερώματα
άναμμα τσιγάρου κατά λάθος από φεγγάρι
χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια παιδιού
κλάμα παιδιού στη μέση πανηγυριού
φιλία ανάμεσα σε δυο προδοσίες
κλωνάρι που ταξιδεύει
δασκάλα μόνη μελαγχολική στο διάλειμμα
ένα βιολί που παίζει μοναχό του
αριθμός 7
της καρδιάς τα μέσα φυλλώματα
χαλκός χαλκωματένια χαλκωματάς – όλα τα παλιά γυαλίζω
χρυσάφι για όλους ή για κανένα
πόλη που κυριεύτηκε άδεια μετά μακριά πολιορκία
παλιές φωτογραφίες και μακρυμπάνι της μνήμης
πεταλούδα που γλιτώνει απ’ τη φωτιά
φωτιά που γλιτώνει απ’ τα νερά
χαρά που γλιτώνει απ’ τα γεράματα
βιολέτες σ’ άσπρο λαιμό
άσπρο άλογο που τρέχει σε μαύρο ουρανό
μαύρος ήλιος καλοκαιρινός
άσπρος ήλιος χειμωνιάτικος
λεμόνι κάρβουνο γλυκό του κουταλιού
νύχτα στρωμένη τσιγάρα
λέξεις
Κανείς δεν σκέφτηκε να κλείσει φεύγοντας την πόρτα
κανείς δεν σκέφτηκε τον άνεμο που θα ‘ρχονταν σε λίγο
κανείς δεν σκέφτηκε τι άφηνε και τι έπαιρνε κοντά του
φύλλα μαχαίρια βλέμματα ή τα τελευταία λόγια
που θα ‘διναν στην παρεξήγηση ένα τέλος.
Θέλω να σ’ αγαπήσω μα δε γίνεται έχω αργήσει
θέλω να σ’ αγαπήσω όσο δε μ’ αγάπησε κανένας
να σκιστώ για σένα ν’ αλλάξω γειτονιά ν’ αλλάξω στέκια.
Τώρα πελώρια άγνωστα χέρια ασυνείδητα με δέρνουν
τώρα ξαφνικά νερά μου έκλεισαν όλους τους δρόμους
τώρα παλιά τραγούδια λαϊκά βαραίνουν τον αέρα…
Αν θα σε ξαναβρώ δεν ξέρω που θα σε τρακάρω πάλι
σε πόλη ολοκαίνουργια με εναέριους δρόμους
ή σε μοντέρνα ερημιά ή μες το τελευταίο σκοτάδι…
Και θα ‘χω άραγε ακόμα την παλιά καρδιά;
ΠΕΦΤΕΙ ΟΥΡΑΝΟΣ
Πέφτει ουρανός στον αφαλό της νεαράς
και τον ζωγραφίζει. Τι αγοράζετε
αφαλό ή πίνακα; Η νεαρά η οποία σημειωτέον
έχει καλούτσικα πόδια αγόρασε τυρόπιτα…
Τι να είναι άραγε ο πατέρας της;
Ράφτης οδηγός λεωφορείου καθηγητής πανεπιστημίου
επαγγελματίας αριστερός περιπτεράς λογιστής;
Φοράει τα γυαλιά της μόλις βγήκε λίγος ήλιος η μαϊμού
βγάζει απ` την τσάντα της τα γυαλάκια της και τα φοράει.
Αυτή τη στιγμή επιθυμώ ένα δωμάτιο ένα ντιβάνι ένα
τραπέζι μια καρέκλα ένα καφέ ένα τσιγάρο
και λίγη ακόμα φαντασία… Η νεαρά μπήκε στην ουρά
της αφετηρίας όπου θα τελειώσει την υπέροχη τυρόπιτά της…
Πλάνα
γεμάτη χρώματα στολίδια ραντεβού και μίση
στο δεύτερο η αγάπη
στο τρίτο πάλι μια ερημιά και βουτηγμένη τώρα σε πηχτό σκοτάδι
στο τέταρτο πάλι η αγάπη τώρα τυφλή και μεθυσμένη
στο πέμπτο πάλι μια ερημιά μαύρη και στάζει αίμα
στο έκτο ούτε ερημιά ούτε αγάπη με ή χωρίς φως ή σκοτάδι
στο έκτο μεταμεσονύκτιος δρόμος καλοκαιρινός
και ένας άντρας βιαστικός καπνίζοντας τον διασχίζει
η νύχτα λάμπει σαν ημέρα και μονάχα το γλυκό αεράκι
δροσίζει τα καμένα φύλλα της καρδιάς του…
ΑΞΕΧΑΣΤΗ ΕΙΚΟΝΑ
της δημοσιάς γαλάζια πέταλα της νύκτας που κρυφτήκανε
μες στο πηγάδι της γαλάζια πέταλα της μοναξιάς που πηγαινοέρχονται
ευτυχισμένα αλλά δεν τολμούν να κάτσουν στα σχιζοφρενή
μου χέρια που τα έκανε άλογα ο νταλκάς.
ΤΣΙΓΑΡΑ
Πολλές φορές βρήκα την άκρη μα όσες τη βρήκα χάθηκα μαζί της.
Είχαμε μια παρέα κάποτε τα πάντα είχαμε και τίποτα δεν είχαμε
ανάμεσα στα πλούσια δάχτυλά μας είχαμε φτωχά τσιγάρα
Τέλειον Ξάνθης Κιρέτσιλερ και Έθνος χύμα …
Χίλιες φορές κοιμήθηκα με το τσιγάρο αναμμένο
απ’ άλλα κάηκα κάηκα έγινα στάχτη μέσα από τη στάχτη μου
ξαναγεννήθηκα ο ίδιος κι απαράλλαχτος
μόνο λιγάκι πιο προσεκτικός με τους χαφιέδες …
Τελευταία τσιγάρα τελευταία λεφτά και τελευταίο μπάνιο
θλίψη μαύρη δροσιά και θλίψη προκαταβολή της ευτυχίας
παντέρημη πλαγιά βελανιδότοπος και ένας βράχος
θαυματουργός που έγινε γυναίκα σιωπηλή γυναίκα
μια απαρηγόρητη γυναίκα που έγινε βράχος
θαυματουργός βράχος πατρίδα χαμένη κερδισμένη πού πατρίδα
πού βράχος γυναίκα και γυναίκα βράχος και βράχος βράχος
τρελάθηκε η ποίηση
τρελάθηκα τρελάθηκες τρελάθηκε
τα ρήματα τα σύρματα τα σήματα τα σήμαντρα
ένα κελάηδισμα το ίδιο πάντα
άαααα …
πόσο μεγάλο είναι το ρεμπέτικο …
Πώς μας κέρδισε μια κοπέλα
Χωρίς μπογιές στο πρόσωπο
Χωρίς κακόν άνεμο στα μάτια.
Ο προϊστάμενος της έδειξε την εξουσία του
Η συνάδελφος την ομορφιά της που δεν είχε
Ο συνάδελφος μια ηλιθιότητα
Που της συννέφιασε το πρόσωπο […]
Όμως ήταν κοπέλα που δεν ξέρει την εξουσία
Που ξέρει να κυβερνάει την ομορφιά της…
Μα προπαντός
Ήταν κοπέλα που έμαθε με πολύ κόπο
Να ξανακερδίζει την καρδιά της
Ήταν απλώς μια εργαζόμενη κοπέλα
Κ’ έσερνε πίσω της το μέλλον δύσκολο μα βέβαιο.
Περιστατικό στην οδό Σταδίου
Ένα παιδί σωριάστηκε μες στη γιορτή του δρόμου.
Ήταν τα μάτια του άγρια ξένα και βυθισμένα.
Το κεφάλι του στην πέτρα βρόντηξε ξεβρόντηξε
το κορμί του σαν το ελάφι και σαν τ' άλογο.
Απ' το στόμα του πετάχτηκαν αφροί
κι έπαιξαν στα μάτια σας
απ' το στόμα κι απ' τη μύτη τίναξε το αίμα του
που έκατσε στα μάτια σας κι άρχισε να κλαίει.
– - Από πείνα. Είπατε.
Τα πόδια σας πώς είναι ακόμα ανάλαφρα για τον περίπατό σας;
- Από πείνα. Είπατε.
Τα χέρια σας πώς ξεριζώθηκαν ωραίοι μου από τους ώμους σας;
- Από πείνα. Είπατε.
Τα μάτια σας πώς σκοτεινιάσαν μπρος σε τόσα χρώματα και φώτα;
- Από πείνα. Είπατε.
Σηκώστε το λοιπόν να μη βουλιάξει ο δρόμος...
(Περιστατικό στην οδό Σταδίου, 1957)
«Μετά την κατανάλωση, μετά το θέαμα, μετά τη μοναξιά, μετά τον έρωτα, στρατιές ανυπεράσπιστων και δυστυχισμένων είναι έτοιμοι να υποδεχθούν έναν καινούργιο φασισμό. Η παγκοσμιότητα της οικονομίας, λένε. Η Ευρωπαϊκή Ενωση. Ισως, αυτοί που το λένε να υπολογίζουν χωρίς τον ξενοδόχο, μακάρι. Οι μουσουλμάνοι, οι Αφρικάνοι, οι Κινέζοι και άλλοι θα έχουν το λόγο.
»Εγώ τι να φανταστώ; Τα πρώτα χρόνια του 2000 τα ζω από τότε που με φακέλωσαν και από το 1981 και δώθε μάλιστα μέσα σε μια ασφυξία και μια βρώμα "προοδευτική", της "αλλαγής", του "εκσυγχρονισμού" πάλι.
»Η τεχνολογία έχει μηδενίσει σχεδόν την ανθρώπινη επικοινωνία. Ο αθλητισμός διακινεί τα πιο βρώμικα λεφτά, επιχορηγούμενος από το κράτος, το οποίο κράτος είναι θεατής της τραγωδίας με τα ναρκωτικά.
Οι περισσότεροι διανοούμενοι συνεργάζονται με την εξουσία, όπως τους προέτρεψε προεκλογικώς ο κύριος τάδε. Η εκπαίδευση ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο ξεχαρβαλωμένη και θλιβερή. Οι μαύρες τρύπες έναν αιώνα τώρα βουλώνουν με τις κτηνώδεις αυξήσεις των τσιγάρων, των ποτών, των ασφαλίστρων παντός τύπου, των καυσίμων, των διοδίων.
»Η δημοκρατία, η δικαιοσύνη, οι θεσμοί και τα λοιπά ηχηρά προ πολλού έχουν καταντήσει οικτρά. Εχουν χαθεί όλα; Αλλά ας κάνουν κάτι όσοι δεν είναι ρουφιάνοι, δεν είναι κομματόσκυλα, δεν είναι κλέφτες, δεν είναι τοκογλύφοι...
»Πολλή η απελπισία. Αλλά όσοι έχουμε αγωνιστεί για μια καλύτερη Ελλάδα, ελπίζουμε ακόμα. Πάντως στον 21ο αιώνα θα πάμε με τα τέσσερα. Σιγά σιγά πιθανώς να σταθούμε στα πόδια μας, όχι βέβαια με τη βοήθεια αδελφών και παπάδων.
»Πλειοψηφούν οι τραυλοί, οι κακομούτσουνοι, οι βλάκες και οι αγράμματοι στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, κρατικά και μη. Αν λιγόστευαν, θα βοηθούσε κι αυτό λιγάκι.
»Αμάν, λιγότερη δυστυχία στους Ελληνες και σε όλους. Παλιά είχα γράψει: "Ψωμί για όλους ή για κανέναν. Χασίς για όλους ή για κανέναν". Τώρα λέω: Ας ξεβρωμίσουμε τον ουρανό, τον αέρα, τη θάλασσα και τη γη μας από τις βρωμιές του πολιτισμού».

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου